Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Οικουμενικές Σύνοδοι

Οικουμενικές Σύνοδοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας, τοιχογραφία του 18ου αι. στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι
Χριστιανισμός
σειρά λημμάτων
Χριστιανισμός
Πρότυπο: π • σ • ε
Ως οικουμενική σύνοδος μπορεί να οριστεί μία σύνοδος οι αποφάσεις της οποίας γίνονται αποδεκτές από την παγκόσμια εκκλησιαστική κοινότητα. Στο χαρακτηρισμό της δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το μέγεθος του αριθμού των συμμετεχόντων επισκόπων, λόγω του ότι αυτός μπορεί να ποικίλλει σε κάθε σύνοδο, ούτε η αντιπροσωπευτικότητα την οποία έχει έναντι των κατά τόπους εκκλησιών. Μέτρο για την ανάδειξη μιας Συνόδου ως Οικουμενικής είναι η επακόλουθη αποδοχή των αποφάσεών της και η παγκόσμια αναγνώριση της οικουμενικότητάς της. Όλες οι οικουμενικές σύνοδοι έλαβαν χώρα από τον 4ο ως τον 8ο αιώνα.

Πίνακας περιεχομένων

Οι μεγάλες συνελεύσεις

Οι οικουμενικές σύνοδοι ήταν σύννομα συγκαλούμενες συνελεύσεις εκκλησιαστικών αξιωματούχων και θεολόγων εμπειρογνωμόνων, δηλ. "μεγάλαι συνελεύσεις επί το αυτό των εξ απάσης της χριστιανικής οικουμένης επισκόπων της Εκκλησίας, προς κοινήν συνδιάσκεψιν και απόφανσιν επί σοβαρών δογματικών και άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων....Δέον να προστεθή δε ότι και οι επίσκοποι δεν μετείχον άπαντες υποχρεωτικώς εις τας Οικουμενικάς Συνόδους, καθ' όσον η τοιαύτη συμμετοχή δεν ελογίσθη ως νομικώς αναγκαία και απαραίτητος· ήρκει μόνον να εκπροσωπώνται οπωσδήποτε αποχρώντως τα Πατριαρχεία και αι διάφοροι εκκλησιαστικαί διοικήσεις και περιφέρειαι..."[1].
Για τις Οικουμενικές εκείνες συνόδους, στις οποίες προσκλήθηκαν ή συμμετείχαν μόνο ολιγομελείς αντιπροσωπίες όλων των επαρχιών ή των πατριαρχιακών θρόνων, άρχιζε μέ πρωτοβουλία της ίδιας της Οικουμενικής συνόδου διαδικασία της αποδοχής των αποφάσεων από την εκκλησιαστική συνείδηση, με συνοδικές επιστολές που ανακοίνωναν το περιεχόμενο τους σε όλες τις μητροπόλεις, με την προτροπή προς την Ιεραρχία, τον κλήρο και τον λαό των εκκλησιών αυτών να αποδεχθούν την ομόφωνη διακήρυξη της αλήθειας της πίστεως και τις συνοδικές αποφάσεις. Υπό το πνεύμα αυτό απορρίφθηκε από την εκκλησιαστική συνείδηση η οικουμενικότητα της ληστρικής συνόδου της Εφέσου (449) και της εικονομαχικής συνόδου της Ιερείας (754)[2].
Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν αυτοί που μετά από "αίτησιν εκκλησιαστικήν" συγκαλούσαν τις Οικουμενικές Συνόδους και κατ' αυτόν τον τρόπο "ο Μ. Κωνσταντίνος συνεκάλεσε την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον, ο Μ. Θεοδόσιος την Β', ο Θεοδόσιος ο μικρός την Γ', ο Μαρκιανός και η Πουλχερία την Δ', ο Ιουστινιανός Α' την Ε', ο Κωνσταντίνος Πωγωνάτος την ΣΤ', ο Ιουστινιανός Β' την Πενθέκτην και ο Κωνσταντίνος ΣΤ' μετά της Ειρήνης της Αθηναίας την Ζ'"[3].
Σκοπός των Οικουμενικών Συνόδων ήταν, μετά από εμπεριστατωμένες συζητήσεις να εκδίδουν "πρώτον μεν σύμβολα ή όρους ή τόμους ή ομολογίας και εκθέσεις, αναφερομένας εις την δογματικήν πίστιν"[4] καθώς "αι διάφοροι αιρέσεις αι κατά καιρούς εμφανισθείσαι, αίτινες δια της κακοδιδασκαλίας αυτών εζήτουν να διαστρέψωσι τα της Ευαγγελικής διδασκαλίας νοήματα"[5] αλλά και "κανόνας, αναφερομένους εις την διοίκησιν, την ευταξίαν, το πολίτευμα και τον καθόλου βίον της Εκκλησίας, και επέχοντας θέσιν νόμων υποχρεωτικών δια τα μέλη τής Εκκλησίας καί δια τό Κράτος."[6].
Έτσι, για τις αποφάσεις των Συνόδων, "ό,τι προσκρούει" στην Αγία Γραφή "δεν είνε δυνατόν να αποτελέση στοιχείον της ιεράς παραδόσεως και της πράξεως της Εκκλησίας."[7]. Κατ' αυτό τον τρόπο "και αύται δε αι οικουμενικαί Σύνοδοι αποφαίνονται πάντοτε μόνον ερμηνευτικώς και ουδέποτε εισηγητικώς, πάντοτε δηλαδή ερμηνεύουν, ουδέποτε αποκαλύπτουν κάτι νέον"[8] αφού "εκ της Γραφής βάσις της αληθείας ταύτης ανεπτύχθη αυθεντικώς και κατωχυρώθη υπό Οικουμενικών Συνόδων"[9] των οποίων την ορθή ερμηνεία αποδέχονται οι Ορθόδοξοι[10].
Από την Ανατολική Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναγνωρίζονται από κοινού επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, οι οποίες συγκλήθηκαν από το 325 μ.Χ. μέχρι το 787 μ.Χ. στην Ανατολική Ρωμαϊκή επικράτεια. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αποτελούν το ιεραρχικά ανώτατο εκκλησιαστικό σώμα, είναι δηλαδή η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή και αυθεντία, που ασκεί την ανώτατη διοικητική, δικαστική και νομοθετική εξουσία. Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η παρουσία και η κύρωση των διαταγμάτων της Συνόδου από τον Ποντίφηκα έχει θεμελιώδη σημασία.
Η αρχή των Συνόδων "ανάγεται εις την το πρώτον συγκροτηθείσαν εν Ιεροσολύμοις τω 48 μ.Χ. 'Αποστολικήν Σύνοδον', και επομένως ο συνοδικός θεσμός είναι αποστολικός, ούτως ώστε αι Σύνοδοι της Εκκλησίας έχουσιν αναντιλέκτως αρχήν και χαρακτήρα αποστολικόν."[11].
Η φράση «Οικουμενική σύνοδος» (Λατ. concilium universale/generale) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον 6ο κανόνα της Πρώτης Συνόδου της Κωνσταντινούπολης (Β' Οικουμενική) το 381.[12]. Όπως σημειώνει ο Βασ. Σταυρίδης:
"Το επίθετον οικουμενικός,-ή, -όν ενωρίς εισήχθη εις την εκκλησιαστικήν γλώσσαν. Συναντώμεν τας οικουμενικάς συνόδους, τα οικουμενικά σύμβολα, τους οικουμενικούς Πατέρας, τον οικουμενικόν πατριάρχην. Βλέπομεν ενταύθα να εξυπονοώνται αι έννοιαι της γεωγραφικής εκτάσεως, της ισότητος και της ενότητος ολοκλήρου της ανθρωπότητος, της καθολικότητος και της εκκλησιαστικής ακριβείας."[13].
Αργότερα, οι Ρωμαίοι αναφέρονταν με τη φράση «orbis Romanus» στα πολιτικά όρια τα οποία συνέπιπταν με εκείνα της αρχαίας ελληνολατινικής εκκλησίας. Όταν στη συνέχεια υπήρξαν επίσκοποι από τις χώρες των βαρβάρων, οι οικουμενικές σύνοδοι αντιπροσώπευαν το σύνολο του χριστιανικού κόσμου[14]. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, "βάρβαροι χαρακτηρίζονται λαοί, φυλές, ή και ομάδες ανθρώπων, που δεν ανήκαν στο Ρωμαϊκό Κράτος" και όχι όπως στην Αρχαία Ελλάδα όπου "ως βάρβαρος χαρακτηριζόταν 'πας μη Έλλην'"[15], αφού ο αυτοπροσδιορισμός των Βυζαντινών ως Ελλήνων ήταν ένα γεγονός που συντελέστηκε σταδιακά μόλις από τον 12ο αιώνα και μετά, με αφορμή εξωεκκλησιαστικούς παράγοντες (οικονομική διείσδυση και επιθετικότητα της Δύσης)[16]. Μέχρι τότε, ο διαχωρισμός γινόταν ανάμεσα σε "Ρωμαίους (Βυζαντινούς)...και...βαρβάρους"[17], ο στρατός καλούνταν να υπερασπίσει τους "Ρωμαίους πολίτες και την αυτοκρατορία...έναντι των βαρβάρων"[18] και τα στρατεύματα που μάχονταν ήταν "βαρβαρικά...εναντίον ρωμαϊκών"[19].

Οικουμενικές Σύνοδοι και Καισαροπαπισμός

Σχετικά με τον ρόλο των αυτοκρατόρων στις Συνόδους, ο Β. Στεφανίδης υιοθέτησε την άποψη ότι ήταν σημαντικός στο πλαίσιο της ευρύτερης εκκλησιαστικής του εξουσίας:
«Εκ του αυτοκράτορος εξηρτάτο η εκλογή των επισκόπων και μάλιστα των πατριαρχών, η ίδρυσις και συγχώνευσις επισκοπών και αρχιεπισκοπών και η ανύψωσις αυτών εις μητροπόλεις, η ανακήρυξις αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Εις τον αυτοκράτορα εγίνοντο εκ των εκκλησιαστικών δικαστηρίων εφέσεις. Ο αυτοκράτωρ συνεκάλει τας οικουμενικάς συνόδους, διήυθηνεν αυτάς προσωπικώς ή δι' αντιπροσώπων, τας συνοδικάς αποφάσεις καθίστα νόμους του κράτους και εκ των αντιμαχομένων δογματικών διδασκαλιών αυτός ενίοτε ώριζε, τίς θα επικρατήσει. [...] Ο αυτοκράτωρ είχεν ιερατικόν χαρακτήρα. Ήδη οι εθνικοί αυτοκράτορες είχον τοιούτον χαρακτήρα (ο ρωμαίος αυτοκράτωρ ήτο άκρος αρχιερεύς του εθνισμού, pontifex maximus). Ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτωρ είπεν· «ἐγὼ δὲ τῶν ἐκτὸς ὑπὸ θεοῦ καθεσταμένος ἐπίσκοπος ἂν εἴην» (Ευσεβίου, Βίος του Μεγ. Κωνσταντίνου 4,24), ο δε Ευσέβιος περί αυτού σαφέστερον είπεν· «οἷά τις κοινὸς ἐπίσκοπος ἐκ θεοῦ καθεσταμένος» (αυτ. 1,44). Εν ταις συνόδοις ο αυτοκράτωρ επευφημείτο ως αρχιερεύς. [...] Δια των λέξεων τούτων οι αυτοκράτορες ανακηρύχθησαν ισαπόστολοι και θεόπνευστοι. Επί του αυτοκράτορος εχρησιμοποιείτο το επίθετον "άγιος", εξ αυτού δε παρέλαβον αυτό οι επίσκοποι μέχρι σήμερον. [...] Η Εκκλησία από του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήλθεν εις στενήν σύνδεσιν μετά της πολιτείας και κατ' ανάγκην εις περισσοτέρας, ή πρότερον, σχέσεις μετά του κόσμου. Τούτο συνετέλεσεν, ίνα η γενική ηθική κατάστασις των χριστιανών υποστή δευτέραν κατάπτωσιν». [20].
Σε αντίθεση με την άποψη αυτή, "οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί αναγνωρίζουν ότι τα νομικά βυζαντινά κείμενα μιλούν για αλληλοεξάρτηση μεταξύ των αυτοκρατορικών και εκκλησιαστικών δομών παρά για μια μονομερή εξάρτηση των τελευταίων. Οι ιστορικοί θεωρούν επίσης ότι δεν υπήρξε τίποτα στη βυζαντινή κατανόηση της χριστιανικής πίστης που θα αναγνώριζε τον αυτοκράτορα...δογματικά αλάθητο...Πολλές ιστορικές περιπτώσεις άμεσης αυτοκρατορικής πίεσης στην εκκλησία τελείωσαν στην αποτυχία"[21]. Αρκετοί ερευνητές και η έγκριτη ΘΗΕ δε συμμερίζονται τις απόψεις του Β. Στεφανίδη και θεωρούν πως επειδή ανταποκρινόταν στο σκοπό της Εκκλησίας, που είναι η "εκκλησιοποίηση", δηλαδή εν-Χρίστωση, όλου του κόσμου, συνεπώς και της Πολιτείας[22], καθιερώθηκε η διοργάνωση των οικουμενικών συνόδων από μέρους των αυτοκρατόρων, και "η προεδρία των Οικουμενικών Συνόδων δινόταν κατά τους πρώτους αιώνες στον αυτοκράτορα ή στους εκπροσώπους του, αλλ' αυτοί μόνο "προς ευκοσμίαν εξήρχον" της συνόδου, δηλαδή απλώς μόνον αναλάμβαναν την ευθύνη της εύρρυθμης λειτουργίας της συνόδου (τιμητική προεδρία). Την πραγματική προεδρία ασκούσε κατά κανόνα ο έχων τα πρεσβεία τιμής πατριάρχης. Κανονικώς δηλαδή η προεδρία τής Οικουμενικής Συνόδου ανήκει στον πρώτο τη τάξει αρχιερέα, ή στον έχοντα τα πρεσβεία τιμής πατριάρχη"[23] ενώ και οι αυτοκράτορες απέφευγαν να ασκούν δικαίωμα επέμβασης στις δογματικές και τις λοιπές συζητήσεις των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων...οίτινες μόνοι απεφαίνοντο εν Αγίω Πνεύματι[24].
Ειδικά για την Α' Οικουμ. Σύνοδο, βασικό επιχείρημα του Β. Στεφανίδη, σύμφωνα με τον καθ. Ιω. Φειδά, είναι η περιγραφή του Ευσεβίου και άλλες θέσεις τις οποίες χαρακτηρίζει "εσφαλμένες, γιατί παρανοούν ή και παρερμηνεύουν τις χρησιμοποιούμενες πηγές με υποκειμενικές ταυτίσεις ή και γενικεύσεις..."[25]. Ο καθηγητής Φειδάς θεωρεί πως ο Μ. Κωνσταντίνος "είχε πράγματι πλήρη συνείδηση...ότι η τελική απόφαση ήταν όχι δική του, κατά το υπόδειγμα της διαδικασίας του αυτοκρατορικού εκκλήτου, αλλά της συνόδου των επισκόπων, οι οποίοι θα αποφάσιζαν κατά πλειοψηφία ή και με ομοφωνία των μελών της, όπως και ο ίδιος ομολογεί."[26]. Εκτός των άλλων, ο αυτοκράτορας "είχε τη συνείδηση ότι απλώς ήταν "συμπαρών" ή ότι "παρήν" στις εργασίες της συνόδου" διαφορετικά, η σύνοδος "αντί της απλής δηλώσεως της "παρουσίας" του αυτοκράτορα ("επί παρουσία"), θα έπρεπε να χρησιμοποίηση δηλωτικούς του ρόλου του χαρακτηρισμούς ("προκαθημένου", "προεξάρχοντος", "εξάρχοντος" κ.λπ.)."[27].
Η άποψη που εξέφρασε "ο Βασίλειος Στεφανίδης δεχόμενος κατ' αρχήν, ότι επεκράτει εν Βυζαντίω ο καισαροπαπισμός..."[28] και απόψεις που αναφέρονται σε αλλοιώσεις του πολιτεύματος "της αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας"[29] παραβλέπουν ότι "θεμελιώδες και αποφασιστικόν στοιχείον εις την ζωήν της Εκκλησίας είναι αι Σύνοδοι και αι αποφάσεις αυτών...εφ' όσον αυταί εγένοντο δεκταί υπό της συνειδήσεως της Εκκλησίας...διότι ούτε η σύγκλησις μιας Συνόδου ως Οικουμενικής υπό του αυτοκράτορος...ούτε η τυχόν κύρωσις δια διατάγματος εξησφάλιζε την Οικουμενικότητα μιας Συνόδου (παράδειγμα η εν Εφέσω Σύνοδος του 449 ήτις ωνομάσθη ληστρική)"[30]. Στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να επανεξεταστεί το όλο ζήτημα με τη βοήθεια μιας νέας προσέγγισης και οργάνωσης των πηγών ώστε να καθοριστεί σαφέστερα ο βαθμός και το είδος ελέγχου που ασκούσε πραγματικά ο αυτοκράτορας[31], ο οποίος σε δογματικό επίπεδο, δεν έκανε κάτι περισσότερο από το να εκφράζει το δόγμα που όλοι οι Ορθόδοξοι πίστευαν[32]. Εκτός αυτού, με μια συνοπτική θεώρηση της εκκλησιαστικής ιστορίας βλέπουμε ότι επανειλημμένα η αυτοκρατορική εξουσία προσπάθησε να επιβάλλει τις απόψεις της στην Εκκλησία σε σοβαρά ζητήματα χωρίς τελικά να το καταφέρει:
  • "Ο Κωνσταντίνος...επέβαλε τον αρειανισμό"[33] και ο "Ουάλης, ο οποίος ήταν οπαδός του αρειανισμού, εφάρμοσε με ιδιαίτερη σκληρότητα την πολιτική του Κωνσταντίου εναντίον των οπαδών της Α' Οικουμενικής συνόδου"[34].
  • Καταγράφεται η "απόπειρα του Θεοδόσιου να επιβάλει την παρουσία του αυτοκράτορα στο ιερό του ναού" που "αποκρούστηκε αρχικώς από τον Αμβρόσιο στη Δύση, ενώ στη συνέχεια καταργήθηκε και στην Κωνταντινούπολη, όπως βεβαιώνει ο Κωνσταντίνος Ζ' και η 'Επαναγωγή' (ή Συναγωγή) του Φωτίου"[35].
  • Ο σφετεριστής "Βασιλίσκος [επέβαλε] τον Μονοφυσιτισμό"[36], "καταδίκασε τη Δ' Σύνοδο και τον Τόμο του Λέοντα Α' της Ρώμης, προσπαθώντας έτσι να ευνοήσει τους Μονοφυσίτες"[37].
  • Ο αυτοκράτορας "Ζήνων...απέφευγε να συναριθμήση τη σύνοδο της Χαλκηδόνας στις προγενέστερες τρεις Οικουμενικές συνόδους"[38] και τελικά "παραμέρισε δια διαταγμάτων την Δ' Οικουμενικήν Σύνοδον"[39] η οποία πλέον δεν μνημονευόταν "ως υποχρεωτική"[40].
  • Ο Ιουστινιανός "δια τεσσάρων διαταγμάτων ώρισε την πίστιν των υπηκόων του, εφαρμόσας ενωτικήν πολιτικήν, εν τη προσπαθεία να ικανοποίηση αμφοτέρας τας πλευράς και τέλος επέβαλε τον Μονοφυσιτισμόν δια του Αφθαρτοδοκητισμού"[41] με διάταγμα του 564 μ.Χ.[42] και "όσοι αρνήθηκαν να το επικυρώσουν, όπως ο Κωνσταντινουπόλεως Ευτύχιος, εκθρονίσθηκαν"[43].
  • Ο Ηράκλειος "επέβαλε τον Μονοθελητισμόν"[39] με την "Έκθεση" του, δηλ. διάταγμα που εξέδωσε το 638 μ.Χ.[44].
  • Ο "Λέων Γ', ο Κωνσταντίνος ο Ε' και άλλοι [επέβαλαν] την εικονομαχίαν"[45].
  • H "προσπάθεια του Νικηφόρου Φωκά να σεβασθή ως μάρτυρας όλους τους στρατιώτας που έπεσαν κατά την διάρκεια των αγώνων του με τους απίστους...βρήκε αντίθετους τους Πατριάρχας και τους Επισκόπους και ως εκ τούτου ο Αυτοκράτωρ αναγκάσθηκε να εγκατάλειψη το σχέδιο του"[46].
  • Η αυτοκρατορική πολιτική "εν τω ζητήματι του σχίσματος και εν ταις αποπείραις προς ένωσιν μαρτυρεί τάσεις προς καισαροπαπισμόν, ο οποίος όμως απέτυχεν"[39] όπως στην περίπτωση του Μιχαήλ του Η', όμως "στη σύνοδο του 1277...αρνήθηκαν να επικυρώσουν τα σχέδια του...για την ένωση με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία"[47].
Ιστορικοί, εξέφρασαν στο παρελθόν απόψεις περί γενικού Καισαροπαπισμού στο Βυζάντιο[48]. Φαίνεται όμως ότι η "πεποίθηση, σ' ό,τι αφορά το Βυζάντιο ότι η Εκκλησία είναι υποταγμένη στο Κράτος, πράγμα που εκφράζεται με τον Καισαροπαπισμό" δεν φαίνεται ικανή "να περιγράψει μια πραγματικότητα που έχει περισσότερες αποχρώσεις και είναι πολύ πιο περίπλοκη...ο αυτοκράτορας, ως χριστιανός, εξαρτάται από τον πατριάρχη. Ο πατριάρχης, ως πολίτης του Κράτους, εξαρτάται από τον αυτοκράτορα. Αυτό το γεγονός προϋποθέτει τον απόλυτο χωρισμό, τη σαφή διάκριση, ανάμεσα στην αυτοκρατορική εξουσία και το ιερατείο, πράγμα που συνέβη στο Βυζάντιο. Έτσι ή πλατειά διαδομένη θεωρία, που παρουσιάζει τον βυζαντινό αυτοκράτορα ως ιερέα δεν αντέχει καθόλου όταν εξετάζουμε τις πηγές."[49].
Όπως διαπιστώνει ο δογματολόγος Νικ. Ματσούκας:
"Η αυτοκρατορική εξουσία και η εκκλησιαστική διακονία, δηλαδή η βασιλεία και η ιερωσύνη, στο Βυζάντιο συνεργάστηκαν και άλλοτε συγκρούστηκαν απηνώς. Η συνεργασία και η σύγκρουση καθεαυτές πείθουν ότι οι δυό εξουσίες είχαν κατά το μάλλον και ήττον ανεξαρτησία και αυτοδιοίκηση. Μονάχα αυτοδιοικούμενες και ανεξάρτητες κοινότητες μπορούν να συνεργαστούν και να συγκρουστούν. Υποταγμένη εξουσία, λόγου χάρη, δεν μπορεί να συγκρουστεί προς το αφεντικό της. Μικροσκοπικά αν εξετάσουμε τη βυζαντινή ιστορία, εντοπίζουμε καισαροπαπισμό· Όμως μακροσκοπικά αν θεωρήσουμε τα πράγματα, διαπιστώνουμε ότι σε άκρως ζωτικά θέματα, όχι μόνο εκκλησιαστικά αλλά και καθαρώς αυτοκρατορικά, η αυτοκρατορική εξουσία δεν κατάφερε να υπαγορεύσει τα σχέδια της στην Εκκλησία: 1) οι αυτοκράτορες δεν πέτυχαν να συμβιβάσουν ορθοδόξους και Αρειανούς, 2) ο Βασιλίσκος, ο Ζήνων, ο Ιουστινιανός, ο Ηράκλειος και ο Κώνστας Β' δεν μπόρεσαν με τα αυτοκρατορικά τους διατάγματα να προσεταιριστούν τους μονοφυσίτες, 3) οι εικονομάχοι αυτοκράτορες, υστέρα από αιμάτινους αγώνες, έχασαν οριστικά το παιχνίδι, και 4) η ένωση Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας δεν έγινε ποτέ, μολονότι με νύχια και δόντια επιχειρήθηκε αυτό το σχέδιο. Ερώτημα αμείλικτο: που είναι ο καισαροπαπισμός;"[50].
Σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις, "ένεκα της μη τελικής επικρατήσεως της καισαροπαπικής πολιτικής, ακριβέστερον των εκάστοτε τεθέντων υπ' αυτής σκοπών, δεν απέθεσεν ο καισαροπαπισμός την σφραγίδα του επί του ιστορικού βίου της Εκκλησίας"[51].
Διαφορετική είναι η θέση που προβάλλει ο Hans-Georg Beck, ο οποίος αναλύοντας τα θεμέλια μιας πολιτικής ορθοδοξίας, διαμορφωμένης εξαρχής στη βυζαντινή αυτοκρατορία, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου του «μέγιστου ποντίφηκα», θεωρεί πώς η εκκλησία δεν αμφισβήτησε ποτέ αυτή την ιδιότητα, με την οποία προχώρησε στη σύγκληση μιας συνόδου, παρόλο που αυτή η αναγνώριση δε σήμαινε κατ' ανάγκην και δικαίωμα του αυτοκράτορα να παίρνει δογματικές αποφάσεις[52]. Στο εννοιολογικό πλαίσιο του ρόλου του αυτοκράτορα στο Βυζάντιο η συμμετοχή στις οικουμενικές συνόδους ήταν σχεδόν υποχρεωτική, καθώς οι αυτοκράτορες δεν διακινδύνευαν ρήγματα στη θρησκευτική ενότητα, γιατί αποδεδειγμένα τα θρησκευτικά ρήγματα είχαν πολιτικές επιπτώσεις. Σε τούτο συναινεί και η άποψη του Ευσέβιου, ο οποίος θεωρεί πως «αν υπάρχει πλήρης ομόνοια ανάμεσα στους δούλους του Θεού, τότε οι δημόσιες υποθέσεις θα πάρουν τροπή προς το καλύτερο»[53].
Ο καισαροπαπισμός, δεν αποτελεί τμήμα του ορθόδοξου δόγματος. Η ιστορική πραγματικότητα του καισαροπαπισμού όμως, αντιτιθέμενη στη δογματική διατύπωση, προκύπτει, σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Κάλλιστο Γουέαρ, από τη σύγχυση της Βυζαντινής αυτοκατορίας με το Βασίλειο του Θεού και τον ζήλο των Βυζαντινών να «εγκαθιδρύσουν επί της γης μια ζώσα εικόνα της ουράνιας διακυβέρνησης του Θεού»[54].
Μεταβυζαντινή εικόνα με θεολογική αναπαράσταση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Μιχαήλ Δαμασκηνός, 1591, Μουσείο Αγίας Αικατερίνης Σιναϊτών, Ηράκλειο Κρήτης

Οι Επτά Οικουμενικές Σύνοδοι

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος διήρκεσε δύο μήνες και δώδεκα ημέρες και πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Συγκλήθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο στις 20 Μαΐου του 325 και έλαβαν μέρος 318 επίσκοποι. Εξέδωσε είκοσι κανόνες συμπεριλαμβανομένου του Συμβόλου της Νικαίας (α’ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως) και κανόνισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Κύριος λόγος σύγκλησής της υπήρξε η διδασκαλία του Αρείου ενάντια στη θεότητα του Ιησού Χριστού. Η Σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου και διακήρυξε την ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα. Τέλος αποκρούστηκε η αγαμία των κληρικών.

Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’ τον Μέγα στην Κωνσταντινούπολη το 381 και συμμετείχαν 150 ορθόδοξοι επίσκοποι και 36 Μακεδονιανοί. Καταδίκασε τους οπαδούς του Μακεδονίου, οι, οποίοι αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος («πνευματομάχοι») και, για ακόμη μια φορά, τον Άρειο, και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως (Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως).

Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Κύριο λήμμα: Σύνοδος της Εφέσου
Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ως προεδρεύων. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Παρόλο αυτά η σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος».

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό και τη σύζυγό του, Αυγούστα Πουλχερία στις 8 Οκτωβρίου 451 στη Χαλκηδόνα. Αποτελούνταν από 650 επισκόπους και καταπολέμησε τη διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού, η οποία, με πρωτεργάτη τον αρχιμανδρίτη Ευτυχή, δίδασκε ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε πλήρως την ανθρώπινη. Το μεγαλύτερο μέρος των πιστών υιοθέτησε τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και αποδοκίμασε τις απόψεις του Μονοφυσιτισμού. Ένα άλλο μέρος πιστών,οι οπαδοί του Μονοφυσιτισμού, δεν αναγνώρισαν αυτές τις αποφάσεις και αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτοί ονομάστηκαν Προχαλκηδόνιοι ή Αντιχαλκηδόνιοι.

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε χώρα από τις 5 Μαΐου έως τις 21 Ιουνίου του 553 στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 165 επισκόπων, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτυχίου. Την συγκάλεσαν ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η σύζυγός του, Αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Επαναβεβαίωσε τα ορθόδοξα δόγματα περί της Αγίας Τριάδας και του Ιησού Χριστού και καταδίκασε πλήθος μη ορθοδόξων συγγραμμάτων καθώς και ορισμένους συγγραφείς (Ευάγριο, Δίδυμο, Ωριγένη κ.α.).

Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το 680 μέχρι το 681 από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο και παραβρέθηκαν από 150 έως 289 επίσκοποι. Επιβεβαίωσε την πλήρη και αληθινή ενανθρώπηση του Ιησού έναντι της αντίθετης διδασκαλίας των Μονοθελητών. Η Σύνοδος αυτή διατύπωσε ότι ο Χριστός έχει Θεία και Ανθρώπινη θέληση.Yπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρωπίνη, υπάρχουν και δύο φυσικές θελήσεις και δύο φυσικές ενέργειες, η θεία και η ανθρωπίνη, που ενεργούσαν «αδιαιρέτως, ατρέπτως, αxωρίστως, ασυγχύτως», χωρίς να επικρατεί αντιπαλότητα μεταξύ τους.

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ το 691 στο ανακτορικό δωμάτιο του Τρούλλου, από όπου έλκει και την ονομασία «Εν Τρούλλω Σύνοδος». Συμμετείχαν 211 επίσκοποι και το έργο της ήταν συμπληρωματικό αυτού των Ε' και ΣΤ' Συνόδων. Συστηματοποίησε και ολοκλήρωσε το έργο των δύο προηγουμένων Συνόδων και γι’ αυτό, αν και Οικουμενική, ονομάσθηκε «Πενθέκτη», ως τμήμα εκείνων, και δεν αριθμήθηκε ως ξεχωριστή Οικουμενική Σύνοδος.

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία και την ιδέα της σχηματοποίησης της αόρατης και άυλης Τριάδας. Εκεί εκφράσθηκε το δόγμα ότι η εικονογράφηση του Χριστού και των Αγίων εδράζεται στην ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας και διευκρινίστηκε ότι η τιμή προς τις εικόνες αναφέρεται στο πρόσωπο που αυτή απεικονίζει και όχι στο υλικό από το οποίο είναι αυτή φτιαγμένη.

Των επτά Οικουμενικών Συνόδων «μνήμην ποιούμεθα»

Οι επτά οικουμενικές σύνοδοι μνημονεύονται από την εκκλησία στις εξής ημέρες:
  • Της Α’ Οικουμενικής Συνόδου: Την εβδόμη Κυριακή από του Πάσχα (Κυριακή μετά την Ανάληψη).
  • Της Β’ Οικουμενικής Συνόδου: Την πρώτη Κυριακή του Ιουνίου.
  • Της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου: 9 Σεπτεμβρίου.
  • Της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου: Την πρώτη Κυριακή μετά τις 13 Ιουλίου (13-19 Ιουλίου).
  • Της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου: 25 Ιουλίου.
  • Της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου: 14 Σεπτεμβρίου αλλά λόγω της εορτής του Τιμίου Σταυρού τελείται στις 16 του μήνα.
  • Της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου: Την πρώτη Κυριακή μετά τις 11 Οκτωβρίου (11-17 Οκτωβρίου).

Σύνοδοι με αξία Οικουμενικών για την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία

Η «Εν Αγία Σοφία» Σύνοδος

Συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα το 879 στην Κωνσταντινούπολη. Προέδρευσαν οι εκπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη Η΄ (872 - 882) και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος ο Μέγας (858 - 867, 877 - 886). Επικύρωσε τις αποφάσεις της Z΄ Οικουμενικής Συνόδου. Kαταδίκασε τις Συνόδους του Καρλομάγνου στη Φραγκφούρτη (794) και το Άαχεν (809).

Οι Σύνοδοι των ετών 1341 - 1351

Σειρά συνόδων (1341,1349,1351) που έλαβαν χώρα στην Κωνσταντινούπολη με αιτία τις Ησυχαστικές Έριδες. Η Σύνοδος του 1341 δογμάτισε για την Άκτιστη Ουσία και την Άκτιστη Ενέργεια του Θεού, καθώς επίσης και για τον Ησυχασμό, καταδικάζοντας τον Βαρλαάμ Καλαβρό. Η Σύνοδος αυτή ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα, συγκλήθηκε από Αυτοκράτορα, (Συνοδικός Τόμος του 1341) συμμετείχε Θεούμενος (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς), και οι αποφάσεις της έγιναν δεκτές από ολόκληρη την Εκκλησία. Συνεπώς και η Σύνοδος αυτή έχει αξία Οικουμενικής Συνόδου για τους Ορθοδόξους. Επίσης καταδίκασε τον πλατωνικό μυστικισμό του Βαρλαάμ του Καλαβρού, ο οποίος είχε πηγή έμπνευσης τη δυτική σχολαστική θεολογία.

Η αντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τις επτά Οικουμενικές Συνόδους

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, οι κανόνες που εξέδωσαν "αι επτά θεόπνευστοι Οικουμενικαί Σύνοδοι"[55], υποδεικνύουν το ορθό επειδή:
  • Στηρίζονται στη θεόπνευστη Αγία Γραφή και την αυθεντική αποστολική και εκκλησιαστική παράδοση.
  • Θεσπίσθηκαν ή επικυρώθηκαν (εγκρίθηκαν) από την Εκκλησία με Οικουμενικές Συνόδους που εκφράζουν το αλάθητο της Εκκλησίας.
  • Η έγκριση από Οικουμενική Σύνοδο δίνει στον Κανόνα οικουμενικότητα, διαχρονικότητα, διατοπικότητα και αυθεντικότητα.[56].

Σύνοδοι αναγνωρισμένες από την Καθολική Εκκλησία ως Οικουμενικές

Δ΄ Σύνοδος Κωνσταντινούπολης

Η Δ΄ Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως συγκλήθηκε το έτος 869 (5 Οκτωβρίου 869 – 28 Φεβρουαρίου 870) από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα με τη συμμετοχή 102 επισκόπων και επικυρώθηκε από τον Πάπα Ανδριανό Β’. Αυτή η Σύνοδος καταδίκασε και καθαίρεσε το Μέγα Φώτιο και μάλιστα προκειμένου οι αποφάσεις της να έχουν ιδιαίτερο κύρος υπεγράφησαν από τους επισκόπους με Θεία Ευχαριστία πάνω στην Αγία Τράπεζα. Αυτή τους την πράξη, η οποία θεωρήθηκε βλάσφημη, μετανόησαν πολλοί επίσκοποι αργότερα επιζητώντας την καταστροφή των πρακτικών της Συνόδου.

Α΄ Σύνοδος του Λατερανού

Η Α’ Λατερανή Σύνοδος συγκλήθηκε στη Ρώμη το 1123 στον ναό του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού υπό την προεδρία του Πάπα Καλλίστου Β’. Στα ζήτηματα που εξέτασε περιλαμβανόταν η διένεξη μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας. Η Σύνοδος επικύρωσε το Κονκορδάτο της Βορμς (Pactum Calixtinum) που είχε υπογραφεί ένα έτος πριν, μεταξύ του Αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄ και του Πάπα Καλλίστου Β΄. Αυτό εξασφάλιζε ότι όλες οι εκλογές ιεραρχών και ηγουμένων θα γίνονταν από τις εκκλησιαστικές αρχές με την έγκριση του Αυτοκράτορα μόνο στο έδαφος της Γερμανίας. Επίσης έλαβε την απόφαση για την υποχρεωτική αγαμία του λατινικού κλήρου.

Β΄ Σύνοδος του Λατερανού

Η Β΄ Λατερανή Σύνοδος συγκλήθηκε και επικυρώθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Β’ στη Βασιλική του Αγίου Ιωάννη Λατερανού το έτος 1139 με συμμετοχή χιλίων περίπου ιεραρχών. Αιτία σύγκλησης ήταν το Παπικό Σχίσμα στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η Σύνοδος ακύρωσε τις πράξεις του Αντίπαπα Αντίκλητου Β΄ βάζοντας τέλος στο Σχίσμα. Καταδίκασε τη νέο – μανιχαϊστική διδασκαλία του Πέτρου Μπρούις (Petrus von Bruis) καθώς και τη διδασκαλία του Αρνόλντο της Μπρέσια, ο οποίος υποστήριζε την κατάργηση της ιδιοκτησίας για την Εκκλησία. Κυρίαρχο ρόλο στη Σύνοδο διαδραμάτισε ο Λατίνος Εκκλησιαστικός Πατέρας Άγιος Βερνάρδος.

Γ΄ Σύνοδος του Λατερανού

Η Γ΄ Σύνοδος του Λατερανού έλαβε χώρα, όπως και οι δύο προηγούμενες, στον Καθεδρικό Ναό της Ρώμης υπό τον Πάπα Αλέξανδρο Γ΄ το 1179 με 302 συμμετέχοντες επισκόπους προκειμένου να ορίσει το τυπικό της εκλογής Ποντίφηκα. Επίσης ακύρωσε τις πράξεις τριών Αντιπαπών, του Αντίπαπα Βίκτορα και των δύο διαδόχων του. Καταδίκασε και αναθεμάτισε ως αιρετικούς τους Αλβιγιανούς και τους Βαλδιανούς.

Δ΄ Λατερανή Σύνοδος

Η Δ΄ Σύνοδος του Λατερανού συγκροτήθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ το 1215 και θεωρείται η σημαντικότερη των μεσαιωνικών Συνόδων για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Εξέδωσε ομολογία πίστεως ενάντια στους Αλβιγηνούς (Firmiter Credimus), καθιέρωσε τον όρο "μετουσίωση" για τη μεταβολή της Θείας Ευχαριστίας, καταδίκασε τα λάθη στην τριαδολογία του ηγουμένου Ιωακείμ και εξέδωσε 70 μεταρρυθμιστικούς κανόνες.

Α΄ Σύνοδος της Λυόν

Η Α΄ Σύνοδος της Λυόν συγκλήθηκε στη Λυών της Γαλλίας από τον Πάπα Ιννοκέντιο Δ΄ το 1245 και συμμετείχαν περίπου 140 επίσκοποι. Αναθεμάτισε τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους Φρειδερίκο Β΄, εγγονό του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα, για την προσπάθεια ελέγχου της Εκκλησίας και ξεκίνησε την 6η Σταυροφορία, υπό το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Θ΄.

Β΄ Σύνοδος της Λυόν

Η Β΄ Σύνοδος της Λυόν συγκλήθηκε από τον Πάπα Γρηγόριο Ι΄ το 1274 και σε αυτήν, για πολιτικούς λόγους, απέστειλε αντιπροσωπεία ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος, υπό τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό. Δογμάτισε τη διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος (Filioque) και προσπάθησε την ένωση των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης χωρίς αποτέλεσμα, αφού οι αποφάσεις της και η συμμετοχή της βυζαντινής αντιπροσωπείας αποδοκιμάστηκε από τον λαό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Σύνοδος της Βιέν

Η Σύνοδος της Βιέν συγκλήθηκε από τον Πάπα Κλήμεντα Ε΄ (πρώτο Πάπα της Αβινιόν) στην πόλη Βιέν (Vienne) της Γαλλίας το 1311 κατά τη διάρκεια της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας των Παπών και διήρκεσε δύο χρόνια. Η Σύνοδος απαγόρευσε τη δράση του Τάγματος των Ναϊτών Ιπποτών, αποφάνθηκε την ανάγκη μεταρρύθμισης στις τάξεις του κλήρου και καταδίκασε ποικίλες διδασκαλίες, που θεώρησε αιρετικές.

Σύνοδος της Κωνσταντίας

Η Σύνοδος της Κωνσταντίας έλαβε χώρα στη γερμανική πόλη Κωνσταντία (Constance) υπό τον Αυτοκράτορα Σιγισμούνδο και τον Πάπα Γρηγόριο ΙΒ΄. Κατά τη διάρκειά της παραιτήθηκαν ο Πάπας Γρηγόριος και οι Αντίπαπες Βενέδικτος ΙΓ΄ και Ιωάννης ΚΓ΄ χάριν της ενότητας της Εκκλησίας και εκλέχθηκε νέος Πάπας ο Μαρτίνος Ε΄. Η Σύνοδος καταδίκασε για τη διδασκαλία τους τον Ιωάννη Γουίκλιφ (John Wycliffe) και τον συνεχιστή του Ιωάννη Χους (John Huss).

Σύνοδος της Φεράρα – Φλωρεντίας

Κύριο λήμμα: Σύνοδος Φλωρεντίας
Η Σύνοδος της Φλωρεντίας ή Φεράρα – Φλωρεντίας συγκλήθηκε το 1431 αρχικά στην πόλη Βασιλεία της Ελβετίας από τον Πάπα Μαρτίνο Ε΄ με αντικείμενο την παύση της εκκλησιαστικής αναταραχής στη Βοημία. Η Σύνοδος μεταφέρθηκε το 1438 στη Φεράρα, από τον Πάπα Ευγένιο Δ΄, και το 1439 στη Φλωρεντία. Εκεί έλαβε μέρος βυζαντινή αντιπροσωπεία, υπό τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο με σκοπό την ένωση των εκκλησιών. Αν και υπεγράφη ένωση με αποδοχή από τους ανατολικούς των παπικών αξιώσεων, αυτή ποτέ δεν έγινε πράξη, λόγω των λαϊκών αντιδράσεων στο Βυζαντινό κράτος. Σ' αυτή τη Σύνοδο επιβεβαιώθηκε η παπική υπεροχή έναντι των συνόδων.

Ε΄ Σύνοδος του Λατερανού

Η Ε΄ Σύνοδος του Λατερανού είχε επικεφαλής δύο Πάπες κατά τα πέντε έτη της διάρκειάς της (1512 – 1517), τον Πάπα Ιούλιο Β΄ και τον Πάπα Λέοντα Ι΄. Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τη διδασκαλία του Μαρτίνου Λούθηρου και το ρεύμα της Μεταρρύθμισης των Διαμαρτυρομένων, που τότε γεννιόταν. Επίσης συζητήθηκε η πιθανότητα νέας σταυροφορίας εναντίον των Οθωμανών αλλά χωρίς την απόφαση πραγμάτωσης. Τέλος επαναβεβαιώθηκε η παπική αυθεντία έναντι της συνοδικής.

Σύνοδος του Τρέντο

Η Σύνοδος του Τρέντο (Trent) υπήρξε η πλέον μακροχρόνια σύνοδος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Διήρκεσε δεκαοκτώ έτη (13 Δεκεμβρίου 1545 – 4 Δεκεμβρίου 1563) υπό πέντε Πάπες (Παύλος Γ΄, Ιούλιος Γ΄, Μαρκέλλος Β΄, Παύλος Δ΄, Πίος Δ΄) και ως κύριο αντικείμενο είχε τις προτεσταντικές διδασκαλίες. Αναθεματίστηκαν, ως αιρετικοί, ο Μαρτίνος Λούθηρος και ο Καλβίνος και θεσπίστηκε πλήθος κανόνων για τα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Α΄ Σύνοδος του Βατικανού

Η Α΄ Σύνοδος του Βατικανού συγκλήθηκε από τον Πάπα Πίο Θ΄ στις 8 Δεκεμβρίου 1869 στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ανέστειλε τις εργασίες της, χωρίς να τις ολοκληρώσει, τον Ιούλιο του 1870. Δογμάτισε το αλάθητο του Πάπα όταν αυτός μιλά από καθέδρας (ex cathedra).

Β΄ Σύνοδος του Βατικανού

Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού συγκλήθηκε από τον Πάπα Ιωάννη ΚΓ΄ στις 11 Οκτωβρίου 1962 και έκλεισε τις εργασίες της υπό το διάδοχό του Πάπα Παύλο ΣΤ΄ στις 8 Δεκεμβρίου 1965. Τα θέματα που εξετάστηκαν σ' αυτή τη Σύνοδο ήταν ποιμαντικής και όχι δογματικής φύσης. Αποφασίστηκαν οικουμενικά ανοίγματα προς άλλες εκκλησίες και η Καθολική Εκκλησία εισήλθε σε πορεία εξωστρέφειας και διαλόγου.

Υποσημειώσεις

  1. Jump up ↑ Καρμίρης Ιωάννης,Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 105.109
  2. Jump up ↑ Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Απ' αρχής μέχρι την Εικονομαχία, τόμ. Α', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 867
  3. Jump up ↑ "Οικουμενικαί Σύνοδοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), Τόμ. 09, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1966, στ. 690

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Του Παναγιώτη Μακρή

Παράδεισος και κόλαση, είναι δύο έννοιες που στην δική μας εποχή έχουν δυστυχώς παρεξηγηθεί λόγω της αυξημένης δυτικής χριστιανικής επιρροής. Δεν λείπουν οι φορές που Ορθόδοξοι πιστοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν καθαρώς αυτές τις έννοιες, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιούνται από άθεους και άλλους πολέμιους της Ορθοδοξίας, με σκοπό την μάταιη προσπάθεια αμαύρωσης της εικόνας της Εκκλησίας.
Το παρακάτω άρθρο σκοπό έχει, να προσπαθήσει να βοηθήσει τους αναγνώστες να καταλάβουν πως έχει ο παράδεισος και η κόλαση από Ορθόδοξη χριστιανική πλευρά, απαντώντας σε τυχόν παρεξηγήσεις σχετικά με τις έννοιες αυτές.
Ο παράδεισος και η κόλαση σαν έννοιες
Τι εννοούμε όταν λέμε τις λέξεις παράδεισος και κόλαση;
Στην σημερινή εποχή αν ρωτήσεις κάποιον σχετικά με τις παρακάτω έννοιες θα πάρεις κατά πάσα πιθανότητα την εξής απάντηση: «Παράδεισος είναι ένας όμορφος ευχάριστος τόπος όπου οι πάντες είναι χαρούμενοι, ενώ κόλαση ένας απαίσιος τόπος βασάνων όπου οι κάτοικοί του βασανίζονται νυχθημερόν».
Μία τέτοια απόκριση, απαντάει μεν γενικά στο ερώτημα σχετικά με το παράδεισο και την κόλαση, ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στις ακριβείς έννοιες που του προσδίδει η Ορθόδοξη Θεολογία. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν ισχυρές επιδράσεις από τις διάφορες προτεσταντικές παραφυάδες και την παπική εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα και η αποξένωση μας από την γνήσια Ορθόδοξη Θεολογία, έχει αφήσει τους περισσότερους από εμάς να έχουμε μαύρα μεσάνυκτα σχετικά με διάφορα Θεολογικά ζητήματα. Κάτι το οποίο έχει ισχυρό αντίκτυπο στην εικόνα της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, καθότι επιτρέπει σε διάφορους συκοφάντες να την λοιδορούν για διάφορα ζητήματα τα οποία στην ουσία δεν υφίστανται. Όπως καλή ώρα στο ζήτημα σχετικά με τις έννοιες του παραδείσου και της κολάσεως.
Οι μη υφιστάμενες συκοφαντίες κατά της Ορθοδόξου Θεολογίας
Αθεϊστικοί αλλά και άλλοι κύκλοι, κατηγορούν  την Εκκλησία, ότι χρησιμοποιεί τις έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου, για να χειραγωγήσει τους πιστούς, προβάλλοντας την κόλαση σαν τόπο αιώνιας τιμωρίας για όσους δεν ακολουθήσουν πιστά τις επιταγές της, ενώ τον παράδεισο σαν τόπο καλοπέρασης για όσους ακολουθήσουν τυφλά την Εκκλησία.
Μια τέτοια κατηγορία όμως, αν κατέχαμε την Ορθόδοξη Θεολογία σχετικά με τις έννοιες αυτές, θα μας φαινόταν σαν κούφια λόγια.
Στην πραγματικότητα αυτές οι κατηγορίες κατά της Εκκλησίας είναι ανυπόστατες, καθότι ουδέποτε η Ορθόδοξη Θεολογία έθεσε ένα τέτοιο ζήτημα σχετικά με τον παράδεισο και την κόλαση. Όμως, οι κατηγορίες αυτές, εκτοξεύονται κατά της ημετέρας Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω της συγχύσεως που υπάρχει στην εποχή μας, μεταξύ Ορθοδόξου Θεολογίας και παπικής Αυγουστίνειας παραδόσεως, όπου πολλά παπικά στοιχεία έχουν επηρεάσει πολλούς από εμάς.
Ας ξεκαθαρίσουμε όμως τα πράγματα.
Η κόλαση και ο παράδεισος στη δυτική σχολαστική θεολογία
Την σημερινή εποχή οι έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου δυστυχώς,  εμφανίζονται με τον τρόπο που τις παρουσιάζει ο λατινοπαπικός σχολαστικισμός. Δηλαδή, ο παράδεισος παρουσιάζεται ως ένας τόπος ευτυχίας και αγαλλίασης, όπου ο Θεός θα βάλει τους δίκαιους που τήρησαν τις εντολές του, ενώ η  κόλαση ο τόπος όπου θα βρεθούν οι ασεβείς και άδικοι που εναντιώθηκαν στο θέλημα του Θεού. Δηλαδή, με άλλα λόγια, ο Θεός παρουσιάζεται ως νομοθέτης, ο Οποίος νομοθετεί και εκδίδει νόμους και εντολές για τους ανθρώπους[1]. Όσοι ακολουθούν αυτές τις εντολές δέχονται τις ευλογίες του και σε αυτήν την ζωή και στην μέλλουσα. Αντιθέτως, όσοι δεν τις ακολουθούν θα τιμωρηθούν στο μελλοντικό Δικαστήριο και θα καταδικαστούν στην αιώνια φυλακή που ονομάζεται Κόλαση. Η Δύση προβάλλει δηλαδή, ένα ορθολογιστικό νομικίστικο σύστημα παρόμοιο με αυτό που εφαρμόζεται στα διάφορα κράτη. Ένας τέτοιος Θεός τιμωρός, είναι ο Θεός στην Δύση και η Κόλαση το αιώνιο μπουντρούμι-βασανιστήριο, στο οποίο θα κλειστούν οι ασεβείς και θα βασανίζονται αιώνια, επειδή δεν ακολούθησαν τις προσταγές του Θεού. Δικαίως λοιπόν, οι άνθρωποι έχουν απορρίψει την ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού τιμωρού που προβάλλει ο παπικός σχολαστικισμός, και ταυτοχρόνως την ύπαρξη της ζωής μετά θάνατον μαζί με τις έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου.
Η κόλαση και ο παράδεισος στον Ντοστογιέφσκι
Άλλη μια παρεξήγηση που συμβαίνει, είναι ότι πολλοί (ακόμα και πρόσωπα με πολλές Θεολογικές γνώσεις), λόγω δυσκολίας στην κατανόηση της Ορθοδόξου Θεολογίας περί κολάσεως και παραδείσου, ασπάζονται τις απόψεις του Ντοστογιέφσκι σχετικά με το ζήτημα αυτό.
Ο Ντοστογιέφσκι θεωρούσε ότι κόλαση, είναι οι τύψεις των ανθρώπων που θα τους ακολουθούν αιώνια, επειδή δεν έζησαν σύμφωνα με το θέλημα Του Θεού πάνω στη γη και έτσι έχασαν τις αιώνιες ευλογίες Του.
Ούτε όμως αυτή η θεωρία, ανταποκρίνεται στο τι είναι η κόλαση και ο παράδεισος.
Ενώ, ο τρόπος σκέψης παρουσιάζεται όμοιος με τον προηγούμενο όπου οι καλοί ανταμείβονται και οι κακοί τιμωρούνται, υπάρχει όμως ένας διαφορετικός τρόπος προσέγγισης.
Η κόλαση και ο παράδεισος στην Ορθόδοξη Θεολογία
«Όσοι διαπράττουν την ανομία, ο Θεός μεταβάλλεται σε “πυρ καταναλίσκον”» έλεγε ο μακαριστός πατήρ Δανιήλ Γούβαλης, μια τέτοια έκφραση όμως, είναι μεταφορική.
Ο Θεός πράγματι είναι “πυρ καταναλίσκον” για τους ασεβείς, αλλά δεν μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο, οι ασεβείς τον «μετατρέπουν» – για  ακρίβεια τον αισθάνονται – σε  “πυρ καταναλίσκον”.
Ας προσέξουμε το εξής. O Θεός στην Ορθοδοξία είναι τρία σε ένα και ένα σε τρία. Ο Θεός δηλαδή δεν είναι μονοπρόσωπος, αλλά αποτελείται από τρία πρόσωπα είναι Τριαδικός.
Αυτά τα πρόσωπα ζούνε σε κοινωνία αγάπης και είναι τόσο μεγάλη η αγάπη τους, που στην ουσία λειτουργούν σαν ένα πρόσωπο με ένα θέλημα παρ’ όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει το κάθε ένα από αυτά. Έτσι, ενώ υπάρχουν τρία πρόσωπα υπάρχει όμως ένα θέλημα.
Παρόμοια λοιπόν ο Θεός, δείχνει αγάπη σε όλα τα πλάσματα του, ακριβώς όπως δείχνει το ένα πρόσωπο Του Θεού αγάπη στο Άλλο.  Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε έστω και λίγο να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο Θεός. Πως ακριβώς; Απλώς παραδειγματιζόμενοι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όπως εμείς δηλαδή, στα πρόσωπα που αγαπάμε επιλέγουμε να κάνουμε μόνο το καλό για να είναι ευτυχισμένα, έτσι και ο Θεός επιλέγει για εμάς που μας αγαπάει μόνο το καλό. Όπως, στο Θεό τα Πρόσωπα μοιράζονται αγάπη μεταξύ τους έτσι μοιράζονται μόνο αγάπη και με τα δημιουργήματά τους.
Άρα ο Θεός είναι μόνο αγαθός, το πως τον αισθάνεται όμως ο καθένας είναι δικό του θέμα.
Ας προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τι εννοούμε.
Η πτώση του Εωσφόρου
Ως γνωστόν ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους. Κάποιος από όλους αυτούς τους αγγέλους ο λεγόμενος Εωσφόρος, που το όνομά του σημαίνει αυτός που φέρνει το Φως (συγκεκριμένα το Φως του Θεού), ήταν ο πιο φωτεινός Άγγελος. Έφεγγε όμως με το Φως του Θεού (με τον όρο Φως εννοούμε την άκτιστη δόξα του Θεού), δηλαδή αντανακλούσε πάνω του η Δόξα Του Θεού. Με την πάροδο του χρόνου όμως ο Εωσφόρος, αποφάσισε ότι ήταν τόσο σπουδαίος που δεν χρειαζόταν το Φως του Θεού για να λάμπει, αλλά ότι του άξιζε ένα δικό του φως ισότιμο ή ακόμα και ανώτερο από αυτό του Θεού.
Επειδή όμως Φως δικό του έχει μόνο ο Θεός, καθότι μόνο ο Θεός είναι Θεός από την φύση Του, δεν μπορούσε ο φθονερός Εωσφόρος να έχει δικό του φως (σαν κτίσμα που ήταν) και για αυτό μίσησε τον Θεό επειδή δεν ήταν ο ίδιος Θεός. Έτσι ο ζηλόφθονος αυτός αρχέκακος όφις έχει ένα άσβεστο μίσος για τον Θεό και αυτό το δικό του μίσος προσπαθεί να το περάσει και στους ανθρώπους.
Εν αντιθέσει, η Εκκλησία προσπαθεί να μάθει τον άνθρωπο να αγαπά τον Θεό. Ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού είναι ένας αγώνας όπου ο Χριστιανός προσπαθεί να μάθει πως να αγαπάει τον Θεό, ενώ ο διάβολος προσπαθεί με διάφορες μεθόδους να πείσει τον άνθρωπο να μισήσει τον Θεό, υποστηρίζοντας ότι είναι ένας Θεός δυνάστης που θέλει απλά τα πλάσματα του υποταγμένα.
Τέτοιες βλασφημίες σπέρνει στο νου των ανθρώπων ο δράκων αυτός, και επειδή ο κόσμος δεν έχει πνευματικά αντισώματα (όπως έλεγε ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος), για αυτό δέχεται αυτές τις απόψεις και πολλοί πέφτουν στην αθεΐα και γίνονται ασεβείς βλασφημώντας τον Θεό και την Αγία αυτού Εκκλησία, ισχυριζόμενοι ότι μόνο νόμους και κανόνες θέλει να ακολουθούμε ο Θεός και δεν μας δίνει καθόλου ελευθερία. Κρίμα στους ανθρώπους που πιστεύουν στις υποδείξεις αυτές του διαβόλου!
Κάτι τέτοιο συνέβη με του πρωτόπλαστους, όπου ο πονηρός αυτός όφις τους έπεισε, ότι ο Θεός απλά τους μισεί, ότι είναι ένας κακός και πονηρός Θεός, φευ της πλάνης και της κακοδαιμονίας! Οι πρωτόπλαστοι ασπάσθηκαν τις απόψεις του, αφού τους είπε ότι ο Θεός, απλά προσπαθεί να τους εμποδίσει να γίνουν οι ίδιοι θεοί (να δημιουργήσουν δηλαδή δική τους δόξα, όπως προσπάθησε και ο ίδιος). Αποπειράθηκε δηλαδή, να τους κρατήσει υπόδουλους, και έτσι αυτοί αφελείς καθώς ήταν, ακολούθησαν την σατανική συμβουλή του και έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό, θέλοντας να πάνε κόντρα στο Θεό που τάχα τους θέλει υπόδουλους.
Συμπέρασμα
Με βάση τα παραπάνω δεν είναι πλέον δύσκολο να κατανοηθεί η ιδέα της κολάσεως και του παραδείσου.
Παράδεισος είναι η κατάσταση, στην οποία οι άνθρωποι έχοντας αγαπήσει Τον Θεό, συμφωνούνε απόλυτα μαζί Του σε οποιαδήποτε υπόδειξη Του γνωρίζοντας ότι Αυτός επιθυμεί μόνο το καλό τους. Είναι δηλαδή, μια κατάσταση αμοιβαίας αγάπης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, όπου το θέλημα των ανθρώπων, έχει ταυτιστεί πλήρως με το θέλημα του Θεού.
Κόλαση είναι η κατάσταση, στην οποία οι άνθρωποι, έχοντας απορρίψει την αγάπη Του Θεού, διαφωνούν μαζί Του σε θέματα που τους απασχολούν. Καταλήγουν να θεωρούν το Θεό δυνάστη και τύραννο, επειδή δεν ικανοποιεί τις προσωπικές τους επιθυμίες. Είναι μια καθαρά εγωιστική κατάσταση, όπου οι άνθρωποι νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από το Θεό ποιο είναι το καλό τους, ζούνε μονίμως σε μια κατάσταση ανυπακοής και διαφωνίας μαζί του.



[1] Ιησούς ο Έρωτας της ΚΑΡΔΙΑΣ μου Αρχιμανδρίτου Νεκτάριου Μουλατσιώτη
You might also like:

Η προσκύνηση της αλυσίδας του αποστόλου Πέτρου. † 16 Ιανουαρίου.

Η προσκύνηση της αλυσίδας του αποστόλου Πέτρου. † 16 Ιανουαρίου.

Άγγελος ελευθερώνει
τον απόστολο Πέτρο.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία θέσπισε, κατά τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους, την εορτή «προσκυνήσεως της τιμίας αλύσεως του αγίου και πανευφήμου αποστόλου Πέτρου» και όρισε να τελείται αυτή στις 16 Ιανουαρίου. Η υπόθεση της εν λόγω σημαντικής εορτής παρουσιάζεται εν συντομία και ως ακολούθως στο λειτουργικό βιβλίο «Ωρολόγιον το Μέγα» (εδώ σε νεοελληνική παράφραση):
«Ο Ηρώδης Αγρίπας, εγγονός του Ηρώδη του Μεγάλου και βασιλεύς των Ιουδαίων, καταληφθείς από μανία εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού, κατέσφαξε στην Ιερουσαλήμ το έτος 43 μ. Χ. τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Βλέποντας κατόπιν ότι αυτό το έγκλημά του ικανοποίησε πολύ τους Ιουδαίους, συνέλαβε με τον ίδιο τρόπο και τον απόστολο Πέτρο, τον έκλεισε στην φυλακή και τον κρατούσε εκεί αιχμάλωτο μέχρι να περάσει το νομικό Πάσχα, για να τον παραδώσει μετά κι αυτόν στον όχλο ως έτοιμο σφάγιο. Αλλ’ όμως, ένας άγγελος Κυρίου ελευθέρωσε τον Απόστολο με θαυματουργικό τρόπο από την αλυσίδα που τον κρατούσε δεμένο και τον διέσωσε (Πράξ. ιβ΄, 1-19). Η αλυσίδα αυτή, με την οποία ήταν δεμένος ο απόστολος Πέτρος, είχε λάβει από το πανίερο σώμα του αγιαστική και ιαματική χάρη, η οποία μεταδιδόταν στους Χριστανούς που την προσκυνούσαν με πίστη».


Η φυλακή του αποστόλου Πέτρου
στα Ιεροσόλυμα.
 Η προσκύνηση των αλυσίδων.
Ρώσικη εικόνα έτ. 1558.

Οι αλυσίδες σήμερα σε ναό της Ρώμης

Ο ναός του αγίου Πέτρου στη Ρώμη,
όπου και οι αλυσίδες.
   Η αλυσίδα του αποστόλου Πέτρου φυλασσόταν στα Ιεροσόλυμα έως το έτος 439 μ. Χ.. Τότε ο πατριάρχης των Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος τη δώρισε στην αυτοκράτειρα Ευδοκία, την ευσεβέστατη σύζυγο του Θεοδοσίου του Μικρού, που ήταν εκεί εξόριστη. Η Ευδοκία μετέφερε την αλυσίδα στην Κωνσταντινούπολη, και το μεν ένα τμήμα της το εναπόθεσε μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας, ενώ το άλλο το έστειλε ως πολύτιμο δώρο στη Ρώμη, όπου βρίσκεται και τιμάται έως σήμερα.
Στίχοι εορτής.
Σην προσκυνούντα Πέτρε σειράν τιμίαν,
Σειράς μακράς λύσόν με των εγκλημάτων.
Σειρήν προσκυνέω Πέτρου δεκάτη ενί έκτη
(Εμένα, Απόστολε Πέτρε, που προσκυνώ την τίμια αλυσίδα σου,
λύσε με απ’ τη μεγάλη αλυσίδα των φοβερών αμαρτιών μου.
Την αλυσίδα προσκυνώ του Αποστόλου Πέτρου, σήμερα δεκάτη έκτη Ιανουαρίου).
Απολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος δ΄.
Την Ρώμην μη λιπών, προς ημάς επεδήμησας,
δι’ ων εφόρεσας τιμίων Αλύσεων,
των Αποστόλων Πρωτόθρονε,
ας εν πίστει προσκυνούντες δεόμεθα,
ταις προς Θεόν πρεσβείαις σου,
δώρησαι ημίν το μέγα έλεος.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Αντρέι Ρουμπλιώφ

Παναγιώτης Δρακόπουλος

Αντρέι Ρουμπλιώφ



Η ρωσική εικονογραφία θεωρείται η σπουδαιότερη εικαστική έκφραση της Ορθοδοξίας μαζί με τη Βυζαντινή.

Στην πρώτη περίοδό της, κατά τους 11ο και 12ο αι., ήταν άμεσα επηρεασμένη από τη Βυζαντινή, και πολλοί από τους αγιογράφους ήταν Έλληνες. Το περιφημότερο έργο αυτής της περιόδου είναι η Παναγία του Βλαδιμήρ, η οποία θεωρείται εφέστια εικόνα της Ρωσίας.


Η εποχή

Ακολούθησε η περίοδος του «Ταταρικού ζυγού», όπου η Ρωσία, με πρωτεύουσα τότε το Κίεβο, είχε κατακτηθεί από τους Τάταρους της λεγόμενης Χρυσής Ορδής. Οι Τάταροι, λεηλάτησαν και έκαψαν παλάτια, αρχοντικά, μοναστήρια κι εκκλησιές. Φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, κεντήματα, μικροτεχνήματα κλπ καταστράφηκαν. Ακολούθησε αγώνας των Ρώσων για την ελευθερία τους, αγώνας που προκαλούσε νέες βαρβαρικές επιδρομές.

Αλλά οι Τάταροι έβρισκαν συχνά βοήθεια από Ρώσους ηγεμονίσκους που απεχθάνονταν την αποκατάσταση ενιαίου κράτους. Εκείνη την περίοδο, που τόσο σωστά απεικονίζει ο Ταρκόφσκυ στην ταινία του «Αντρέι Ρουμπλιώφ», η τέχνη είχε ξεπέσει, όπως κι όλος ο πολιτισμός. Προσοχή όμως: τα όσα αφορούν στον ίδιο τον Ρουμπλιώφ είναι μυθιστορηματικά. Ο Ρουμπλιώφ του Ταρκόφσκυ δεν είναι βιογραφία, παρά τον τίτλο της ταινίας.

Την ταραγμένη και σκοτεινή περίοδο εκείνη, έλαμψε το άστρο του Σεργίου, ηγουμένου της Μονής Αγίας Τριάδος του Ραντονέζ. Ο Σέργιος (περίπου 1314-1392) ήταν ο ηγέτης του ησυχασμού στη Ρωσία, ακολουθώντας πλήρως τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Την ίδια περίοδο, αψηφώντας το ζόφο και την ανασφάλεια, ήλθε στη Ρωσία ο Έλληνας μοναχός αγιογράφος Θεοφάνης. Ο Θεοφάνης, αποκαλούμενος Ο Γραικός ή ο Έλληνας, ήταν σπουδαίος αγιογράφος. Εικονογράφησε ναούς και στην ίδια την ακμάζουσα τότε Κωνσταντινούπολη. Αδιαφορώντας για τις επιδρομές, πήγε σε πολλές πόλεις της Ρωσίας αγιογραφώντας και εκπαιδεύοντας πλήθος μαθητών επί 30 ολόκληρα χρόνια. Ανάμεσά τους και ο Αντρέι Ρουμπλιώφ.


Βιογραφικά

Πληροφορίες για τον βίο και το έργο του Αντρέι Ρουμπλιώφ σώζονται μόνο σε μεταγενέστερα χρονικά, και δεν είμαστε βέβαιοι για την ακρίβεια των πληροφοριών που δίνουν. Πάντως, υποστηρίζουν ότι σε πολύ νεανική ηλικία ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο, στη μονή της Αγίας Τριάδος, ως υποτακτικός του τότε ηγουμένου Σεργίου, εν συνεχεία οσίου (εκοιμήθη το 1392). Ο Σέργιος έδωσε το όνομα του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέα στον νεαρό μοναχό –άρα το κατά κόσμον όνομα του Ρουμπλιώφ δεν μας είναι γνωστό.

Ο Αντρέι Ρουμπλιώφ πιθανολογείται ότι γεννήθηκε περί το 1360. Λέγεται ότι ήταν ένας πολύ ντροπαλός και σιωπηλός άνθρωπος, εξαιρετικά ταπεινόφρων. Την πρώτη επίσημη αναφορά του ονόματός του συναντάμε σ’ένα έγγραφο του 1405, στο οποίο δηλώνεται ότι την εικονογράφηση του Καθεδρικού ναού της Μόσχας στο Κρεμλίνο ανέλαβε ο Θεοφάνης ο Έλληνας μαζί με τον μαίστορα Πρόχορο και τον μοναχό Αντρέι Ρουμπλιώφ.

Το ταλέντο του Ρουμπλιώφ έγινε γρήγορα γνωστό και προσελήφθη στην αυλή του Ηγεμόνα της Μόσχας ή το πιθανώτερο δεν προσελήφθη επ' αμοιβή αλλά του ανετέθησαν έργα. Στα τέλη του 14ου αι. αγιογράφησε μέρος από τον Καθεδρικό του Ζβενιγκόροντ, κοντά στη Μόσχα, και το 1400 φαίνεται πως ανέλαβε να εικονογραφήσει τον Καθεδρικό του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο. Το 1408, μαζί με τον συνεργάτη του Δανιήλ, λέγεται ότι εικονογράφησε το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Βλαδιμήρ.

O Αντρέι Ρουμπλιώφ δεν φαίνεται να απεχώρησε ποτέ ή να εγκατέλειψε τη μονή της μετανοίας του, δηλαδή τη μονή του Αγίου Σεργίου. Εκεί αγιογράφησε το Καθολικό. Σύμφωνα με την παράδοση, αγιογράφησε την Αγία Τριάδα προς τιμήν του γέροντά του οσίου Σεργίου, μεταξύ 1411 και 1422.

Φαίνεται ότι ενώ ακόμη εικονογραφούσε τη μονή Ανδρόνικωφ, το 1430, ο Ρουμπλιώφ απέθανε σε ηλικία 70 περίπου ετών. Η σορός του εναποτέθηκε σε κρύπτη στο μοναστήρι. Η ρωσική Εκκλησία τον ανεκήρυξε άγιο το 1989 και η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιουλίου (με το παλαιό ημερολόγιο).

Κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης οι τοιχογραφίες στη μονή Ανδρόνικωφ και σε άλλα μοναστήρια καταστράφηκαν, με το επιχείρημα ότι το νέο κράτος δεν θέλει Εκκλησία. Οι καταστροφές αυτές πρέπει να θεωρούνται από τις μεγαλύτερες συμφορές του πολιτισμού.

Η ίδια η Λαύρα της Αγίας Τριάδος έγινε με διάταγμα του Λένιν Μουσείο του Λαού, και πολλά έργα καταστράφηκαν, πολλά όμως γλύτωσαν χάρις στην κουλτούρα του πρώτου Σοβιετικού Διευθυντή του ...Μουσείου. Η μονή Ανδρόνικωφ είχε χειρότερη μοίρα: έγινε στρατόπεδο συγκέντρωσης, κι όταν αυτά άρχισαν να περιορίζονται, έγινε κατοικίες των εργατών κοντινού εργοστασίου. Μόλις το 1960 η μονή αποκαταστάθηκε κάπως και λειτουργεί έκτοτε ως Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης.


Αισθητικές αποτιμήσεις

Ο Αντρέι Ρουμπλιώφ υπήρξε επιφανής Ρώσος αγιογράφος, ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου.Το έργο για το οποίο αναγνωρίζεται ως ένας των κορυφαίων αγιογράφων της Ορθοδοξίας, είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδος, η οποία αποτελεί και το αριστούργημα της ρωσικής εικονογραφικής τέχνης. Η εικόνα της Αγίας Τριάδος διακρίνεται για την σύνθεση, τον ρυθμό, τον φωτισμό, την αρμονία την καθαρότητα και την απλότητα.

Είναι πάντως δύσκολο να διατυπώσουμε αισθητικές κρίσεις με βεβαιότητα, δεδομένου ότι τα σωζόμενα και αποδιδόμενα σε αυτόν έργα, πλήν της Αγίας Τριάδος είναι αμφίβολα. Ας ληφθεί υπ όψιν, επίσης, ότι τα σωζόμενα έργα του έχουν επιχρωματιστεί από μεταγενέστερους, διότι τα υλικά εικονογράφησης στα χρόνια του Ρουμπλιώφ, στη Ρωσία, δεν είχαν αντοχή στο χρόνο.

Οι επιδράσεις του Θεοφάνη του Έλληνα πάνω στον Ρουμπλιώφ θα πρέπει να θεωρούνται αυτονόητες, αφού όλες οι πηγές τον συνδέουν με τον δάσκαλό του Θεοφάνη. Αλλά από όσα σώζονται, έστω αλλοιωμένα, είναι φανερό ότι ο Ρουμπλιώφ πήγε πολύ πιό πέρα από τον δάσκαλό του. Αυτό φαίνεται παραβάλλοντας τα έργα των δύο: ο Θεοφάνης έχει έναν δυνατό εξπρεσιονισμό, πολύ κοντινό στον άνθρωπο του αιώνα μας, όπως βλέπουμε στην εικόνα της Παναγίας, ενώ ο Ρουμπλιώφ ρίχνει όλο του το βάρος στην πνευματικότητα του προσώπου, όπως βλέπουμε στην εικόνα του Χριστού ή ακόμη και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ακόμη πιό έντονη είναι η διαφορά, ανάμεσα στην Αγία Τριάδα του Θεοφάνη και σε αυτήν του Ρουμπλιώφ.

Όπως γράφει σ΄ένα δοκίμιό του ο π. Σταμάτης Σκλήρης, «αρκεί ν’αντιπαραβάλουμε τη φωτοσκίαση των ενδυμάτων του Θεοφάνη αφ ενός και του Ρουμπλιώφ αφ’ετέρου προς τη φωτοσκίαση των τοιχογραφιών της Μονής της Χώρας Κωνσταντινουπόλεως, για να συμπεράνουμε ότι ο Ρουμπλιώφ στάθηκε πιό βυζαντινός από τον δάσκαλό του. Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια τέτοια λεπτομέρεια, αλλά για όλα τα στοιχεία που συγκροτούν το μνημειώδες και μοναδικό έργο του. Όχι μόνο στις φορητές εικόνες, όπως αυτές του Χριστού και των Αρχαγγέλων της Δεήσεως, αλλά και στις τοιχογραφίες, ο Ρουμπλιώφ φωτίζει τα πρόσωπα με τον τρόπο της βυζαντινής πλαστικότητας, σε αντίθεση προς τον έντονο εξπρεσιονισμό των τοιχογραφιών του Θεοφάνη.»

Η ιστορία της τέχνης δεν μπορεί να μη σημειώσει, πάντως, ότι τα ίδια περίπου χρόνια και εδώ στην Ελλάδα σημειώθηκε τομή στην αγιογραφική τέχνη, με την εμφάνιση του κυρ Μανουήλ Πανσέληνου. Βεβαίως, ο Ρουμπλιώφ δεν ήξερε το έργο του Πανσέληνου. Αλλά ίσως δεν είναι τυχαίο ότι τα χρόνια εκείνα, χρόνια των Παλαιολόγων, ο εικαστικός μυστικισμός αναζήτησε νέους δρόμους για να εκφράσει το θείο.




 


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Γιατί είναι μοναδικός ο Χριστιανισμός;


Ο Χριστιανισμός αντλεί την μοναδικότητά του, έναντι των άλλων θρησκειών, από τις μεγάλες και ουσιαστικές διαφορές του απ' αυτές. Μερικές τέτοιες διαφορές είναι:

  • Ο ιδρυτής: Στα εξωχριστιανικά θρησκεύματα έχουμε συνήθως ιδρυτή κάποιο άνθρωπο χωρίς Θείο κύρος, ή κάποια απρόσωπη παράδοση. Στο Χριστιανισμό ιδρυτής είναι ο ίδιος ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να ανεβάσει τον άνθρωπο στο Θεό.
  • Η λύτρωση: Στα άλλα θρησκεύματα δεν υπάρχει λυτρωτής. Η λύτρωση σ' αυτά αποτελεί αναζήτηση και νοσταλγία της ψυχής, που δεν εκπληρώνεται. Υπόσχονται λύτρωση χωρίς να είναι σε θέση να την προσφέρουν. Στο Χριστιανισμό υπάρχει λύτρωση του ανθρώπου, η οποία πραγματοποιείται στο Πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός είναι ο Μοναδικός Λυτρωτής, γιατί ενώνει στον εαυτό Του, το Θεό και τον άνθρωπο. Έτσι συνδέεται και πάλι ο άνθρωπος με το Θεό και σώζεται.
  • Η αντοχή στο χρόνο: Η διδασκαλία του Χριστιανισμού είναι η μόνη που διατηρείται άφθαρτη, αναλλοίωτη και ζωντανή χωρίς να επηρεάζεται από το πέρασμα των αιώνων. Τούτο συμβαίνει, γιατί είναι η μόνη που προσφέρει την αληθινή γνώση του Θεού. Στις εξωχριστιανικές θρησκείες, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τον αληθινό Θεό, αλλά τον νοσταλγούν και γι' αυτό επηρεάζονται από το χρόνο και αναπροσαρμόζονται συνήθως για να εξυπηρετούν τις τωρινές ανάγκες των οπαδών τους.
  • Η εκδήλωση της αγάπης: Στο Χριστιανισμό η αγάπη εκδηλώνεται χωρίς διάκριση προς όλους τους ανθρώπους, φίλους και εχθρούς. Στις άλλες θρησκείες ή δεν υπάρχει η αγάπη ούτε σαν λέξη, ή αν υπάρχει, εκδηλώνεται μόνο προς συγκεκριμένα πρόσωπα.
  • Οι Άγιοι: Στα άλλα θρησκεύματα δε συναντούμε Αγίους. Ορισμένα έχουν να παρουσιάσουν ανθρώπους με αρετές και καλοσύνη, Αγίους όμως δεν έχουν. Στο Χριστιανισμό ένα πλήθος ανθρώπων εμπνεύστηκαν από το Θεϊκό μεγαλείο του Χριστού και αφού έφτασαν σε μεγάλο βαθμό πνευματικότητας ανακηρύχτηκαν Άγιοι.
  • Η λατρεία: Στη Χριστιανική Θρησκεία η λατρεία είναι πνευματική και η ψυχή επικοινωνεί με το Θεό. Στις άλλες θρησκείες η λατρεία είναι υλική και πραγματοποιείται με εξωτερικούς τύπους όπως είναι οι θυσίες ζώων κ.ά.
  • Ο Τριαδικός θεός: Στα εξωχριστιανικά θρησκεύματα συναντούμε το μονοθεϊσμό ή τον πολυθεΐσμό, γιατί έτσι ο ανθρώπινος νους φαντάστηκε τη θεία αλήθεια. Στο Χριστιανισμό υπάρχει κατ' αποκάλυψη του Ίδιου του θεού, ο Τριαδικός θεός, ο Μόνος αληθινός θεός. 
(Από την έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας που έχει τίτλο: "ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ" - δια μεγάλους προσερχομένους στο άγιο Βάπτισμα - και την επιμελήθηκε ο θεολόγος κ. Γεώργιος Κομιώτης, Πρόεδρος της Δ.Ε. της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων Παραρτήματος Νομού Ηλείας).
Πηγή
You might also like:

e- Θρησκευτικά: Εκπαιδευτικό υλικό για τα ανθρώπινα δικαιώματα

e- Θρησκευτικά: Εκπαιδευτικό υλικό για τα ανθρώπινα δικαιώματα:   1α. Δωρεάν εκπαιδευτικό υλικό από τη Νεολαία υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων «Χωρίς καμία επιβάρυνση για τους εκπαιδευτικούς...